ΑΡΕΤΑΙΕΙΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ

ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

Ίδρυση

Ο Θεόδωρος Αρεταίος, (1829-1893), ήταν επιφανής Έλληνας ιατρός και ευεργέτης, καθηγητής της Ιατρικής και συγγραφέας πολλών ιατρικών συγγραμμάτων.

Το πραγματικό του επίθετο ήταν Κωνσταντινίδης το οποίο και άλλαξε με βασιλικό διάταγμα σε Αρεταίος. Γεννήθηκε στο Ναύπλιο στις 2 Αυγούστου 1829 εκ πατρός καταγόμενου από τη Σμύρνη. Απομένοντας ορφανός και μη έχοντας τα αναγκαία προς το ζειν άρχισε τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο Αθηνών όπου με τη βοήθεια του Βασιλέως Όθωνα μετέβη στο Βερολίνο όπου και ολοκλήρωσε τις σπουδές του στην ιατρική 1853.

Αφού εργάσθηκε επί τριετία σε νοσοκομεία του Βερολίνου, της Βιέννης και του Παρισιού επέστρεψε στην Αθήνα το 1856 και διορίστηκε ιατρός στη τότε ιδρυθείσα Αστυκλινική. Αργότερα χρημάτισε υφηγητής της εγχειρητικής και επιδεσμολογίας, στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (1863), έκτακτος καθηγητής της χειρουργικής (1864), τακτικός καθηγητής (1870), κοσμήτωρ (1873-4) και πρύτανης (1879-1880).

Κυριότερα των επιστημονικών του συγγραμμάτων είναι "Η Χειρουργία παρ΄ Έλλησιν", "Ανάλεκτα χειρουργικά", "Περί των προόδων της χειρουργίας" κ.λπ.

Τον θάνατό του (24 Μαρτίου 1893) πένθησε σχεδόν το πανελλήνιο. Από την μεγάλη δε περιουσία που απέκτησε, ο Θεόδωρος και η σύζυγος αυτού Ελένη κληροδότησαν το βασιλικό ποσό του ενός εκατομμυρίου δραχμών στο Εθνικό Πανεπιστήμιο Αθηνών προς ίδρυση χειρουργικού και γυναικολογικού νοσοκομείου το οποίο και αναγέρθηκε στην Αθήνα, προς τιμή του, φέροντας το όνομά του.

Το Αρεταίειο Νοσοκομείο θεμελιώθηκε το 1894 και το 1898 άνοιξε τις πύλες του και λειτούργησε αρχικώς μόνον ως Χειρουργική Κλινική. Προϊόν της αγάπης του αειμνήστου δημιουργού του, Θ. Αρεταίου, ο οποίος άφησε το σύνολο σχεδόν της περιουσίας του για το σκοπό αυτό στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

 

Από τα πρώτα βήματα έως σήμερα

Το Αρεταίειο Νοσοκομείο ανήκει στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και οικοδομήθηκε μεταξύ των ετών 1896-1898, με κληροδότημα του καθηγητή της χειρουργικής Θεόδωρου Κωνσταντινίδη-Αρεταίου (1829-1893), βάσει σχεδίων των αρχιτεκτόνων Ηλία Αγγελόπουλου και Ιωάννη Ιωάννου. Το διώροφο νεοκλασικό κτίριο έχει πρόσοψη επί της λεωφόρου Βασιλίσσης Σοφίας και εκτείνεται μέχρι την οδό Παπαδιαμαντοπούλου. Στο εσωτερικό του υπάρχει και ναός των Αγίων Θεοδώρων, που κτίστηκε με δωρεά του Γεώργιου Κωνσταντινίδη-Αρεταίου (αδελφού του Θεόδωρου).

Στις 16 Αυγούστου 1898 έγιναν τα επίσημα εγκαίνια και πρώτος Πρόεδρος της Εφορείας ανέλαβε ο τότε Κοσμήτωρ της Ιατρικής Σχολής Μ. Μακκάς. Η εφημερίδα «ΕΣΤΙΑ» αφιέρωσε πρωτοσέλιδο άρθρο για την τελετή εγκαινίων (Σάββατο, 16 Αυγούστου 1898, Αριθμ. Φύλλου 167). Πρώτη εγκαταστάθηκε ήδη από το 1898 η Χειρουργική Κλινική, η οποία διευθύνετο από τον καθ. Σπ. Μαγγίνα.

Το αρχικό σχέδιο περιελάμβανε το κεντρικό κτήριο με την διώροφη πρόσοψη και τέσσερις θαλάμους, ανά δύο εκατέρωθεν του κεντρικού διαδρόμου (Θάλαμοι: Μαγγίνα, Θεοδώρου, Φωκά και Ελένης). Το 1926 οικοδομήθηκε η πτέρυγα «Λογοθετόπουλου» και διασκευάσθηκε το παλαιό αμφιθέατρο και παραπλεύρως αίθουσα χειρουργείου.

Το 1933, οικοδομήθηκε με μέριμνα του καθ. Ν. Αλιβιζάτου η πτέρυγα χειρουργείου. Το 1966 άρχισε να λειτουργεί το «Μαγγίνειο» Μαιευτήριο και το 1967 η Βιβλιοθήκη του Νοσοκομείου. Ακολούθησαν άλλες εγκαταστάσεις, όπως τα εξωτερικά Ιατρεία, το Μαγγίνειο Αμφιθέατρο και η προσθήκη κοιτώνων των ιατρών, δωρεά Oικ. Α. Μεταξά.

O Θεόδωρος Αρεταίος δεν ευτύχησε να εργασθεί στο Νοσοκομείο αυτό. Πρώτος Καθηγητής Χειρουργικής ήταν ο Σπυρίδων Μαγγίνας, ο οποίος εγκατεστάθη στο μόλις λειτουργήσαν Αρεταίειο Νοσοκομείο το 1898, και ο οποίος επίσης κατέλιπε την περιουσία του στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Το 1906, ιδρύθηκε «Χειρουργική και Γυναικολογική Κλινική», την οποία διηύθυνε ο εκλεγείς από το 1899 Καθηγητής της Εγχειρητικής και Τοπογραφικής Ανατομικής, Ε. Καλλιοτζής. Στην Κλινική αυτή, παραλλήλως με τη Χειρουργική, λειτουργούσε υποτυπώδες Γυναικολογικό Τμήμα.
Σήμερα λειτουργεί η Β' Χειρουργική Κλινική με Διευθυντή τον Καθηγητή κ. Γεώργιο Πολυμενέα.

Το 1922, ιδρύθηκε για πρώτη φορά αυτοτελής Έδρα Γυναικολογίας και πρώτος Καθηγητής της εξελέγη ο Κ. Λογοθετόπουλος, ο οποίος και ορίσθηκε ως πρώτος Διευθυντής της «Γυναικολογικής Κλινικής του Πανεπιστημίου», η οποία εγκατεστάθη στο Αρεταίειο Νοσοκομείο, στη Κλινική που κατείχε μέχρι τότε ο Ε. Καλλιοτζής.
Σήμερα λειτουργεί η Β' Μαιευτική και Γυναικολογική Κλινική με Διευθυντή τον Καθηγητή κ. Ευθύμιο Δεληγεώρογλου.

Το 1938, ιδρύθηκε Aκτινολογικό Eργαστήριο και από το 1947 εγκαταστάθηκε η Έδρα της Ακτινολογίας, με πρώτο Διευθυντή της τον Καθηγητή Ε. Χαρτ. Το Ακτινοδιαγνωστικό Εργαστήριο εγκαταστάθηκε εκεί όπου σήμερα λειτουργεί η Βιβλιοθήκη. Ήδη από το 1924 άρχισε να εφαρμόζεται στο Αρεταίειο Νοσοκομείο, και για πρώτη φορά στη χώρα μας, ακτινοθεραπεία με ραδιενεργό ράδιο, δωρεά του ευεργέτου Ζαχάρωφ, για τη θεραπεία πασχουσών από καρκίνο των γεννητικών οργάνων. Το 1963 άρχισε η οικοδόμηση αυτοτελούς πτέρυγας του Ακτινοδιαγνωστικού Εργαστηρίου η οποία αποπερατώθηκε το 1964. Στο ισόγειο του κτηρίου εγκαταστάθηκαν τα Εργαστήρια. Το 1965 άρχισε η οικοδόμηση του κτηρίου Ακτινοθεραπείας, το οποίο λειτούργησε τον Ιανουάριο του 1968.
Σήμερα λειτουργεί το Εργαστήριο Ακτινολογίας με Διευθύντρια την Καθηγήτρια κ. Μουλοπούλου Λία Ευαγγελία.

Το 1991, με Προεδρικό Διάταγμα (Π.Δ. 423/91 ΦΕΚ: 154/11.10.91), ιδρύθηκε η Πανεπιστημιακή Αναισθησιολογικη Μονάδα. Υπεύθυνοι Διευθυντές ορίσθηκαν αρχικώς από την Εφορεία του Νοσοκομείου για τη μεν χειρουργική ο Επικ. Καθ. κ. Ι. Αναστασιαδης για τη Γυναικολογική η Επικ. Καθ. κ. Α. Βαδαλούκα.
Σήμερα λειτουργεί η A' Κλινική Αναισθησιολογίας με Διευθύντρια την Καθηγήτρια κ. Σιαφάκα Ιωάννα.

Το 1971, ιδρύθηκε η Νεφρολογική Μονάδα και διαθέτει σήμερα αίθουσα τεχνητού νεφρού 10 θέσεων και ερευνητικό εργαστήριο. Πρώτος Διευθυντής της υπήρξε ο διαπρεπής Καθηγητής Ιπποκράτης Γιατζίδης.
Σήμερα διευθύνεται από την Αν. Καθηγήτρια κα. Γράψα Ειρήνη.

Το 2014, ιδρύθηκε η Νεογνολογική Κλινική ΕΚΠΑ ως ανεξάρτητη Κλινική με ΠΔ/γμα έγκρισης τροποποίησης του οργανισμού των Πανεπιστημιακών Νοσοκομείων Αιγινητείου και Αρεταιείου (ΦΕΚ 446/24-2-2014) που κυρώθηκε με το υπ’αρ 423/3-10-1991 ΠΔ/γμα (ΦΕΚ 154/4).
Από την δημιουργία της μέχρι 31/8/2016 Διευθύντρια της Νεογνολογικής Κλινικής ήταν η Καθηγήτρια Παιδιατρικής – Νεογνολογίας ΕΚΠΑ Α. Μαλαμίτση – Πούχνερ. Από  1/9/2016 την Νεογνολογική Κλινική διευθύνει η Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Παιδιατρικής – Νεογνολογίας Νικολέττα Μ. Ιακωβίδου

 

Ο Άγιος Νεκτάριος στο Αρεταίειο Νοσοκομείο

Ο Άγιος Νεκτάριος ή Νεκτάριος Πενταπόλεως ή Νεκτάριος Αιγίνης (1846-1920) είναι σύγχρονος άγιος της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας. Το κατά κόσμον όνομά του ήταν Αναστάσιος Κεφαλάς και υπήρξε λαοφιλής ιεράρχης, ποιμενάρχης και παιδαγωγός στα τέλη του 19ου με αρχές του 20ου αιώνα. Ο Άγιος Νεκτάριος επίσης θεωρείται και θαυματουργός διότι όπως λέγεται από τις λαϊκές παραδόσεις, πραγματοποίησε θαύματα ενώ βρισκόταν ακόμα εν ζωή.

Το τέλος της ζωής του ήταν επίπονο. Η χρόνια ασθένεια του προστάτη, μαζί με τα περασμένα χρόνια της ηλικίας του και κακοπάθειες της ζωής τον ταλαιπωρούσαν. Ακόμα και τότε είχε σχέδια. Ήθελε να δημιουργήσει ένα εκπαιδευτήριο. Τελικά δεν πρόλαβε. Το 1920 εισήχθη στο Αρεταίειο νοσοκομείο Αθηνών όπου διεγνώσθη καρκίνος του προστάτη. Στις 8 Νοεμβρίου του ιδίου έτους ο Άγιος Νεκτάριος εκοιμήθη. Το δωμάτιο στο οποίο εκοιμήθη, έχει σήμερα μετατραπεί σε μικρό ναό στο δεύτερο όροφο του Αρεταιείου νοσοκομείου, που κοσμείται από εικόνες του Αγίου και τάματα πιστών για ανάρρωση των συγγενών τους που νοσηλεύονται στην κλινική.

Ο Άγιος Νεκτάριος θεωρείτο από τους κατοίκους του νησιού της Αίγινας εν ζωή Άγιος. Τα γεγονότα όμως που περιγράφουν οι μοναχές, ο Κωστής Σακκόπουλος, φίλοι, ιερείς, νησιώτες είναι πραγματικά αξιοπερίεργα και εξηγούν τη σημερινή λαοφιλία. Όπως λέγεται στο διπλανό κρεβάτι που νοσηλευόταν ο Άγιος νοσηλευόταν και ένας παραπληγικός, ο οποίος αδυνατούσε να περπατήσει. Τότε ακουμπώντας την φανέλα του κεκοιμημένου Αγίου πάνω του, θεραπεύτηκε. Κατά τη μεταφορά του λέγεται ότι δεν είχε βάρος, ενώ το μέτωπό του ανάβλυζε μύρο. Το μεγαλύτερο όμως μυστήριο είναι ότι το λείψανο του Αγίου παρά τις 3 ταφές και εκταφές παρέμεινε αναλλοίωτο για περισσότερο από 30 χρόνια.

Ο Άγιος Νεκτάριος ήταν πολυγραφότατος και λόγιος της εποχής εξ ου και παρέδωσε πολυποίκιλο έργο, πραγματεύοντας πάσης φύσεως θέματα. Θρησκευτικά, κοινωνικά, παιδαγωγικά, ηθικά κλπ. Το έργο είχε αναγνωριστεί για τη σπουδαιότητά του, το ύφος του και πνευματικότητά του όσο ακόμα βρισκόταν εν ζωή από τον τύπο της εποχής αλλά και από την Πανεπιστημιακή κοινότητα.